Η Τέχνη του ΤαξιδιούΤαξιδέψτε με το βιβλίο του
Alain de Botton«Όλη η ανθρώπινη δυστυχία πηγάζει από ένα μονάχα πράγμα, ήτοι από το ότι δεν ξέρουν πώς να κάτσουν ήσυχοι μέσα στην κάμαρή τους». Πασκάλ (από το βιβλίο του Alain de Botton)
Ω, πόσο αληθινό αυτή την εποχή που με τρώει ο πωπός μου για ταξίδι! Δυστυχώς, η δουλειά απαιτεί να κάτσω στην κάμαρή μου. Ευτυχώς, αυτό το βιβλίο ήρθε να με στείλει στις 4 άκρες της γης!
Το βιβλίο του Botton είναι για μένα ένα παράδοξο.
Αν δεν μου το χάριζαν, δεν υπήρχε περίπτωση να το διαλέξω ποτέ, δεν είχα σκοπό να το διαβάσω, αλλά το ερωτεύτηκα από την πρώτη σελίδα του. Δεν θα το διάβαζα για τρεις λόγους: α) είναι ένα βιβλίο δοκιμίων, ένα είδος που ποτέ δεν κατάφερε να με κρατήσει. Β) είναι φιλοσοφικό, κι εγώ συνήθως βαριέμαι τραγικά τους φιλοσόφους και προτιμώ τους παραμυθάδες. Γ) Είναι του Alain de Botton, ενός Ελβετού σύγχρονου φιλόσοφου, του οποίου ένα προηγούμενο βιβλίο (Η μικρή φιλοσοφία του έρωτα) μου είχε φανεί από κοινότοπο ως βαρετό (βέβαια μόλις είχα τελειώσει τον Εκκρεμές του Φουκό, και ποιος να συγκριθεί με τον Έκο;;

.
Έτσι, όταν μου χάρισαν την «Τέχνη του ταξιδιού», έβαλα το βιβλίο σ’ένα ράφι αποφασισμένη να μην το ανοίξω ποτέ. Όταν όμως το προηγούμενο σαββατοκύριακο διαπίστωσα ότι είχα ξεμείνει από νέο βιβλίο, η φωτογραφία ενός παράθυρου αεροπλάνου που έχει στο εξώφυλλο, με θέα τα σύννεφα, μίλησε αρκετά στην ταξιδιάρα μέσα μου ώστε να του δώσω μια ευκαιρία – μέχρι να ανοίξουν τα βιβλιοπωλεία την επόμενη μέρα.
Κι από τη δεύτερη σελίδα με είχε ρουφήξει… Το διάβασα ολόκληρο κι ακόμη δεν έχω επισκεφθεί τον Ελευθερουδάκη. Συν τοις άλλοις, συνειδητοποίησα ότι ο φίλος που μου το χάρισε με ξέρει καλύτερα απ’ότι νόμιζα! Ευχαριστώ Γιάννη!
Tαξίδεψα λοιπόν με το βιβλίο. Μαζί με τον Botton, ζήσαμε την αγαλλίαση της απογείωσης του αεροπλάνου, μέσω
Μπαρμπέιντος καταλήξαμε στο
Άμστερνταμ και κρυφοκοιτάξαμε μέσα από τα χωρίς κουρτίνες παράθυρα. Βαρεθήκαμε σε μια εκκλησία της
Μαδρίτης με χχ μέτρα ύψος και χχ μέτρα πλάτος χτισμένη τον χχ αιώνα και την κάναμε για την αγγλική εξοχή στο
Lake District. Με παρέσυρε να νιώσω τα πεπερασμένα όριά μου στην άγρια έρημο του
Σινά για να καταλήξω στην
Προβηγκία να χαζεύω το χρώμα των κυπαρισσιών με τον Βαν Γκογκ. Έπειτα γυρίσαμε, γιατί όλα τα ταξίδια τελειώνουν, κι αναρωτηθήκαμε τι είναι καλύτερο, να βγάζουμε
φωτογραφίες, να γράφουμε ή να αγοράζουμε
σουβενίρ για να θυμόμαστε το ταξίδι; Ή να χαράζουμε το όνομά μας στις αρχαίες κολώνες «σαν
εκείνο τον κρετίνο τον Τόμσον από το Σάντερλαντ, που έγινε μέρος του μνημείου και διαιωνίζεται μ’αυτό»;
Το βιβλίο έχει για μένα μερικά πολύ βασικά πλεονεκτήματα. Κατ’αρχάς, μιλάει για ταξίδια χωρίς να είναι ταξιδιωτικός οδηγός, χωρίς μήκη, πλάτη, ημερομηνίες, κλπ που θυμίζουν βιβλίο ιστορίας Γυμνασίου. Αντίθετα, η προσέγγιση είναι συναισθηματική και γι’αυτό με ταξίδεψε. Γιατί η ψυχή μας ζητάει ταξίδι; Γιατί μας αρέσει ένα σαββατοκύριακο στην εξοχή; Τι είναι αυτό το καρδιοχτύπι που νιώθουμε όταν πατάμε το πόδι μας στο αεροδρόμιο, είτε είναι να ταξιδέψουμε είτε όχι; Γιατί ένα φημισμένο μνημείο δε μας λέει απολύτως τίποτα, αλλά μας αρέσει ένα άσημο κτίριο δίπλα του; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να κρατήσουμε την ανάμνηση μιας φανταστικής στιγμής του ταξιδιού για πάντα; Και, τέλος, από ποια απόσταση διαδρομής δικαιούμαστε να πούμε ότι ταξιδέψαμε;
Αν είστε ταξιδιάρα/ης, θα ανακαλύψετε ότι κατά βάθος είτε έχετε κι εσείς ίδια ερωτήματα, είτε έχετε απαντήσει κάποια ακόμη κι αν δεν το ξέρατε. Θα βρείτε απαντήσεις που θα σας ενισχύσουν, ή που θα σας ξαφνιάσουν, ή που θα θέλετε να τις δοκιμάσετε στο επόμενο ταξίδι σας.
Το δεύτερο μεγάλο πλεονέκτημα του βιβλίου, είναι ότι όλα αυτά τα ερωτήματα, ο Botton τα θέτει και τα απαντά μέσα από μικρές, σύντομες αφηγήσεις, αναφερόμενος σε δικές του εμπειρίες (σύγχρονες, άρα ταυτιζόμαστε εύκολα), αλλά μετά πάει ένα βήμα πιο πέρα, αναφέροντας τις εμπειρίες άλλων ταξιδευτών, φιλοσόφων, περιηγητών, συγγραφέων, ζωγράφων κ.λπ. Έτσι μας ξεναγούν, ας πούμε, ο αγαπημένος μου Βαν Γκογκ, αλλά και ο Μποντλαίρ, ο Χόπερ, ο Φλωμπέρ, και άλλοι, λιγότερο γνωστοί σ’εμένα. Όμως, αντί ν’αρχίσει τις θεωρίες (μόνο ένα κεφάλαιο με κούρασε), όπως θα περίμενε κανείς με τόσο βαρύγδουπα ονόματα, ο Botton πιάνει την κουβέντα με τον αναγνώστη, στην οποία μαγειρεύει ανάλαφρα τόπους, αφηγητές, εικόνες και δικές του εμπειρίες. Κι ο αναγνώστης μπαίνει στην κουβέντα γιατί δεν υπάρχει ούτε μία ορολογία φιλοσοφίας ή δοκιμίου – μόνο μια ανταλλαγή συναισθημάτων και εικόνων επ’αφορμή διαφορετικών ταξιδιών. Αντίθετα, μαζί με τα σοβαρά, πάντα ο συγγραφέας μας διηγείται και τα ευτράπελα που περιέγραψαν όλοι αυτοί οι σοβαροί, αλλά όχι σοβαροφανείς, άνδρες. Επιτέλους, μια περίπτωση που το «εκλαϊκευμένο» δεν ταυτίζεται με το «χαζεμένο».
Το τρίτο πλεονέκτημα του βιβλίου είναι μια όμορφη αισθητική. Πέρα από το εξαιρετικά μοντέρνο και ταξιδιάρικο εξώφυλλο, κάθε κεφάλαιο ξεχωρίζει από τα άλλα με μια σελίδα που μας συστήνει τους προορισμούς των ταξιδιών και τους ξεναγούς μας. Και άπειρες φωτογραφίες όσων μας διηγείται συνοδεύουν το κείμενο. Αν τυχόν σας αρέσει να βολτάρετε αναγνωστικά, πηδώντας κεφάλαια ή διαβάζοντας το τέλος πριν από την αρχή, όλα τα κεφάλαια διαβάζονται αυτόνομα. Όποιο κι αν πιάσετε, ή προσπεράσετε, δεν θα σας λείψουν τα υπόλοιπα.
Σας εύχομαι ολόψυχα πολλά καρφιά στον πωπό σας, κι αν πρέπει να μείνετε ήσυχοι στην κάμαρή σας, διαβάστε αυτό το βιβλίο!