clemm
Jr. Member
 
Αποσυνδεδεμένος
Μηνύματα: 75

|
 |
« Απάντηση #1 στις: 30.12.2008, 23:24:02 » |
|
ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΡΜΑΤΟΛΙΚΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΡΟΥΜΕΛΗΣ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΥΣΤ. ΧΟΥΤΑ
Στο βιβλίο «Οράματα και Θάματα», προβάλλεται με σαφήνεια το ζήτημα που ανέκαθεν απασχολούσε την ιστοριογραφία, αυτο του ανθρώπου και της εποχής του, την αδιαβάθμητη σχέση του με τις κοινωνικές δομές και την επικρατούσα ιδεολογία. Ο Μακρυγιάννης, γεννήθηκε το 1797 στο χωριό Αβορίτη της Φωκίδας. Η ονομασία του δε, ήταν Τριανταφύλλου αλλά λόγω του υψηλού του αναστήματος του δώθηκε το όνομα Μακρυγιάννης. Απο μικρή ηλικία, δούλευε σε σπίτια ως υπηρέτης και το 1811 μετέβη στην Άρτα. Στα περίφημα Απομνημονεύματα, οι αναμνήσεις του απο την παιδική και εφηβική ηλικία ξετυλίγονται κατα κύριο λόγο στην Ήπειρο και τη Ρούμελη. Η διήγηση του για εκείνα τα χρόνια, περιέχει όλη τη νευρικότητα των σκληρά βιώμένων του ιστοριών. Αργότερα, για τα τεκταινόμενα της Επανάστασης θα χρησιμοποιήσει κοφτερό λόγο, με αθώα πολλές φορές μορφή που η μεροληπτικότητα της εμποδίζει κάποιες φορές την όσο το δυνατό ειλικρινή αποτίμηση μιας προσωπικής κατάθεσης. Ο κορυφαίος ιστορικός Ν.Σβορώνος είχε πεί: «Το έργο του Μακρυγιάννη έχει γίνει ως τώρα αντικείμενο μόδας, πρέπει επιτέλους να γίνει αντικείμενο επιστημονικής μελέτης». Το παρόν άρθρο δεν επιδιώκει να χαρακτηριστεί επιστημονικό, στόχος του είναι μέσα απο την χαρισματική διήγηση του Μακρυγιάννη να αναδείξει το φαινόμενο του αρματολισμού στην δυτική Ρούμελη, πως ο ίδιος ανδρώθηκε μέσα σε αυτο επιδρώντας σε όλη την μετέπειτα ζωή του. Καταρχάς, οι καπεταναίοι ηγήτορες των αρματολικιών δεν θα πρέπει να συστοιχιθούν με τις λαικές μάζες των Ελλήνων της περιόδου της Τουρκοκρατίας, ούτε ταξικά, ούτε νοοτροπικά. Σύμφωνα με τον καθηγητή Στ.Παπαγεωργίου, προεπαναστατικά: «Αρματολός είναι ο παλαιός κλέφτης, αξιωματούχος της οθωμανικής διοίκησης στον οποίο η τελευταία εμπιστεύεται την φύλαξη με μισθό συγκεκριμένων ορεινών περασμάτων. Οι αρματωλοί δεν περιορίστηκαν μόνο στην φύλαξη των δερβενιών αλλά επέκετειναν την επιρροή τους και σε κοντινές περιοχές τα δερβενοχώρια. Έτσι δημιουργήθηκαν τα αρματολίκια». Οι αρματολικές δραστηριότητες του ελληνικού χώρου, γεωγραφικά καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα, με κατεξοχήν πρότυπο τα αρματολίκια της δυτικής Ρούμελης. Το αρματολίκι, συνιστα έναν ιδιαίτερο ορεινό μικρόκοσμο με δικές του οικονομικές λειτουργίες και διοίκηση. Ο θεσμός εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην περιοχή των Αγράφων, επί βασιλείας Μουράτ Βʼ (1421-1451). Κατα την επανάσταση, στον Βάλτο είχαμε το αρματολίκι του Ανδρέα Ίσκου. Η οικογένεια του κατείχε το αρματολίκι από την εποχή του Γεροσταθά, παππού του πατέρα του Α.Ίσκου, Δ.Καραίσκου. Η στρατιωτική ιδιότητα του Μακρυγιάννη, μέχρι την ανάδειξη του σε στρατηγό, αναπτύχθηκε μέσα σε αυτούς τους όρους, θεμελιωμένη στο ειδικό βάρος της παρουσίας του μέσα στον κύκλο των ομοτέχνων του. Το πλαίσιο ανόδου του Μακρυγιάννη είχε δημιουργηθεί: στην δυτική Ρούμελη, τις παραμονές της επανάστασης, όπου οι συνθήκες ήταν άκρως ευνοικές για ένα αυτοδημιούργητο μικροκαπετάνιο, την στιγμή που η αναθεώρηση των εξουσιαστικών σχέσεων, απόρροια της έκρηξης της Επανάστασης, άνοιγε στον ίδιο προοπτικές ανάδειξης και καταξίωσης. Ο Μακρυγιάννης, στα Απομνημονεύματα αναφέρεται αρκετές φορές στον Βάλτο. Ενδεικτικά αναφέρει: «Ο αρχιστράτηγος του Σουλτάνου Χουρσίτ πασσάς αφού έμαθε ότι χτύπησε και η ανατολική Ελλάς, ο Διάκος και οι άλλοι, άρχισε να το στοχάζεται, να στέλνει παντού ασκέρια και πολεμοφόδια εις της θέσεις τις αναγκαίες. Διατάττει τον Σμαηλπασσά Πλιάσα ως άξιον πασιά, όπου τον είχε εις την Γλυκειά..Ήρθε εις Άρτα τα 1821, Μαγιού 26 με πλήθος ασκέρι..Και εις το Μακρυνόρο, εις την Κούλια ήταν πολλά ολίγοι Έλληνες και τους χτύπησαν γενναίως και πατριωτικώς και σκότωσαν αρκετούς και πλήγωσαν και τους πήραν λάφυρα και με τα μαχαίρια τους φέραν κυνηγώντα ως όξω εις το Μακρυνόρο». Ακολούθως σημειώνει: «Της 28 του ιδίου (Ιουνίου) έγινε μικρή μάχη εις το Πέτα. Ολίγοι σκοτώθηκαν και λαβώθηκαν Τούρκοι..Και οι Έλληνες ολίγοι. Και πολέμησαν γενναίως και τα δύο μέρη απο την αυγή μπονόρα ως το δειλινό. Και χάλασαν τους Έλληνες. Σκότωσαν και το αρχηγόν τους, τον γενναίον και καλόν πατριώτη Σκαρμίτζο. Η πατρίς του απο το Βάλτο..Σεπτεμβρίου έντεκα οι Τούρκοι της Άρτας μαθαν ότʼ ήμαστε ολίγοι εις του Πέτα και μια μεγάλη δύναμη θάρχονταν άξαφνα την αυγή μπονόρα να μας χαλάση. Ο Δεσπότης της Άρτας μας παράγγειλε αυτό, και μας βάνει οληνύχτα ο Γώγος και μεράζει του κάθε ενού το ταμπούρι του και το φκιάσαμε..Αρχηγός της θέσης ο Γώγος, ο Σταμούλη Μαλεσιάδας μʼ ολίγους Βαλτινούς και ο Δημοτζέλιος με Ξερομερίτες..ο Σταμούλη Μαλεσιάδας εφέρθη πολλά αντρείως, όλοι πολέμησαν γενναίως, όμως αυτος περισσότερον, πολεμιστής γενναίος και οδηγίες φρόνιμες» Σε εκείνη την συμπλοκή τραυματίστηκε και ο ίδιος ο Μακρυγιάννης. Την σημαντικότητα της γεωγραφικής θέσης του Βάλτου την επισημαίνει και ο Σπυρίδων Τρικούπης στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως»: «Ο δε Μαυροκορδάτος εξεστράτευσε την 1η Ιουνίου (1822)..επροχώρησεν εις Καρβασαράν επι της μεσημβρινής όχθης του Αμβρακικού κόλπου..έστειλε δε και τα στρατεύματα δια Βάλτου και Μακρυνόρους εις το αυτό χωρίον» (Κομπότι). Στο ΒʼΒιβλίο των Απομνημονευμάτων της περιόδου 1828-1832 αναφέρεται: «Οι Ρουμελιώτες έβλεπαν τον χαμό της Ρούμελης κιʼόλο γιόμωζε νέους Τούρκους..Πολεμούσαν γενναίως εις το Μακρυνόρο κι αλλού. Δεν μπορούσαν να περάσουνε ζαιρέδες οι Τούρκοι και παραδόθηκε η Βόνιτζα, ο Κραβασαράς, το Μισολόγγι και τʼάλλα μέρη οπού βαστούσαν οι Τούρκοι». Απο τις παραπάνω συνοπτικές αναφορές, γίνεται φανερό ότι ο Μακρυγιάννης γνώριζε καλά την περιοχή του Βάλτου αλλά και του οπλαρχηγούς της περιοχής. Ειρήσθω εν παρόδω, για τους Βαλτινούς Αγωνιστές του ʼ21 άκρως κατατοπιστικό είναι το βιβλίο του Νικόλαου Χαρ. Τέλωνα «Οι πρόμαχοι της πατρίδος» που αποτελεί και το πρώτο συγγραφικό εγχείρημα, συγκροτημένης καταγραφής των αγωνιστών του Βάλτου. Όπως μας πληροφορεί ο Γιάννης Βλαχογιάννης: «Ο Μακρυγιάννης μεταξύ των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων, τα οποία πάντα υπήρξαν μισθοφορικά, ήτο ο ευγενέστατος τύπος μισθοφόρου. Οι σκληροτράχηλοι εκείνοι άνδρες, οίτινες δια τον λουφέν κληθέντες παρα της Κυβερνήσεως κατέπνιξαν την εν Πελοπόννησο ένοπλον εξέγερσιν, δια το λουφέν ομοίως κατήταγον αθάνατους νίκας εν Μεσολλογγίω και υπο τον Καραισκάκη εν τη Ανατολική Ελλάδι. Ο μισθός υπήρξεν εις αυτους ουχί ο σκοπός, αλλά το μέσον προς επιχείρησιν γενναίων έργων. Κατα τα τελευταία έτη, τα κρισιμώτατα της Επαναστάσεως, ήτοι 1825-1827, τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα ανεδείχθησαν αληθώς απαράμιλλα, μεταξύ δʼαυτών τα ανδρειότατα ήσαν και τα μάλιστα δυσήνια, ως τα Αιτωλικά και Ακαρνανικά, ρέποντα προς το πλιάτσικο ένεκα της πτώχειας των απαρτιζόντων αυτα. Οι Ρουμελιώται εμισθοφόρουν διότι ήσαν πτωχοί, διότι η πατρίς αυτών ήτο πάσα κατεστραμμένη υπο του εχθρού. Περί της καταστάσεως της Ρούμελης αυτος ο Μακρυγιάννης πολλαχού ποιείται θλιβεράς παρατηρήσεις». Πολύτιμες πληροφορίες, για τον τρόπο που ενεργούσαν οι καπετανέοι της δυτικής Ρούμελης κατα την διάρκεια της Επανάστασης, μας παρέχονται και απο το περιεχόμενο της Επιστολής των Γεράσιμου Φωκά και Δανιήλ Πανά προς τον έμπορο Σταύρο Γεωργίου (Μεσολλόγγι 13 Ιουλίου 1822) καταχωρημένη στα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας 1821-1832 (τ.7, Μέρος Α-Β, Αθήνα 1994). Η προσφορά των καπετάνιων-αρματολών στην Επανάσταση υπήρξε πολύτιμη και προσδιοριστική. Ικανοι πολεμιστές, κράτησαν σχεδόν εξʼ ολοκλήρου το βάρος των πολεμικών προσπαθειών σε κρίσιμες στιγμές, λαμβάνοντας όμως μέρος στην Επανάσταση με τους δικούς τους όρους. Ο Μακρυγιάννης ανήκει στην κατηγορία των οπλαρχηγών που αναδείχθηκαν μέσα απο την υπηρεσία τους στον Αγώνα. Τον Ιούνιο του 1824 κατα την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα υπό τον Κωλέττη και τον Μακρυγιάννη έδιωξαν τους Πελοποννήσιους απο το Ναύπλιο. Ενώ, στα τέλη του Ιουνίου του 1825 ο Υψηλάντης με τον Μακρυγιάννη ανέκοψαν στους Μύλους την προέλαση του Ιμπραήμ πασά. Αυτα τα δύο γεγονότα υπήρξαν προσδιοριστικά της πορείας του Μακρυγιάννη. Σε μια συνολική αξιολόγηση της διαδρομής του στα δημόσια πράγματα, υπο το προσωπικό του κάτοπτρο, θα πεί: «Και αφού ο Θεός θέλησε να κάμει νεκρανάσταση εις την πατρίδα μου, να την λευτερώσει από την τυραγνίαν των Τούρκων, αξίωσε και εμένα να δουλέψω κατα δύναμη λιγότερο από το χειρότερον πατριώτη μου Έλληνα. Γράφουν σοφοί άντρες πολλοί, γράφουν τυπογράφοι ντόπιοι και ξένοι διαβασμένοι για την Ελλάδα, ένα πράμα μόνον με παρακίνησε κι εμένα να γράψω, ότι τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και πολιτικοί και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι όσοι αγωνιστήκαμεν αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ..». Ο Μακρυγιάννης γαλουχημένος μέσα στις αντιλήψεις του αρματολισμού, που απο κάποιους ιστορικούς έχει υποστηριχθεί ότι προέκρινε αποκλειστικά την τοπική έναντι της εθνικής συνείδησης, μας παρέδωσε ένα κείμενο γνήσιου ελληνικού λαικού ήθους. Ορθώς ο Σεφέρης, θα τον κατατάξει στην κορυφή της ελληνικής πεζογραφίας μαζί με τον Παπαδιαμάντη. Καταληκτικά υπογραμμίζεται ότι, η προσέγγιση του αρματολικού φαινομένου απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και οφείλει να προσδιορίζεται όχι με ισοπεδωτικές γενικεύσεις αλλά με ακρίβεια, λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα τοπικά, γεωγραφικά και ιστορικά δεδομένα της κάθε περιοχής και περιόδου. Αναντίρρητα, οι αρματολοί αποτέλεσαν μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα του ελληνικού στοιχείου στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Κατα την διάρκεια της επανάστασης όταν αυτη παράπεε, οι ίδιοι αποτέλεσαν την στέρεη βάση προκειμένου να μην καταπνιγεί. Ο Μακρυγιάννης ανενδοίαστα αποτέλεσε γνήσιο τέκνο αυτης της πραγματικότητας. Για τους δε Βαλτινούς Αγωνιστές μετεπαναστατικά η αντιμετώπιση τους απο τις επιτροπές δικαίωσης των Αγωνιστών, όπως εύστοχα σημειώνει ο Ν.Τέλωνας: «με υποβιβασμούς και παραγκωνισμούς» και η εν γένει κρατική περιφρόνηση, καταδεικνύει την άνευ υστερόβουλων σκέψεων διάθεση απόλυτης προσφοράς κατα την διάρκεια της Επανάστασης. Δικαιολογημένα, η ιστορική αλήθεια του Μακρυγιάννη -παρά την έλλειψη νηφαλιότητας σε πολλά σημεία- κινείται υπέρ της ρουμελιώτικης πλευράς αλλά κυρίως τίθεται συντεταγμένη με την σημαντικότητα της ατομικής προσφοράς στη μεταπαναστατική υπο διαμόρφωση κατάσταση που κατα την πεποίθηση του όφειλε να περιορίσει τον προσωποπαγή χαρακτήρα του προυπάρχοντος οθωμανικού συστήματος.
Βιβλιογραφία 1) Στρατηγού Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα. 2) Σ.Παπαγεωργίου, Το Ελληνικό κράτος (1821-1909), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 1988. 3) Σ.Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Εκδόσεις Χρ.Γιοβάνης.
|